Χθες βράδυ χάιδεψα μια καινούργια ρυτίδα που αυλάκωσε το μέτωπό μου.Ήταν μεγαλύτερη απ΄ όλες τις άλλες.
Τη ρώτησα με απορία, αλλά και σεβασμό συνάμα: Πότε πρόλαβες να βγεις;
Αυτή πλημμύρισε από ιδρώτα και οργή και σαν ποτάμι όλο θυμό ξεχείλισε στις όχθες.
Πλύθηκα στην αλμύρα της, όπως στο Γάγγη οι πιστοί κι αφέθηκα ολάκερος στην έλξη του πυθμένα.
Εκεί είδα τα χρόνια μου....μπροστά μου ένα κι ένα. Άλλα ναυάγια με χρυσό, κοράλλια και κοχύλια κι άλλα να στέκουν σιωπηλά, ονείρατα στη λήθη.
Πρωί πρωί σαν Νάρκισσος, κοιτάχτηκα με οίστρο, μα όταν το βλέμμα σήκωσα, είδα το μπόι μου μικρό μπρος το ταβάνι τ΄ ουρανού
και της ρυτίδας μου ένιωσα την άμπωτη στη σάρκα.
Αμέσως προσευχήθηκα γονατιστός για κείνη και στη ψυχή μου έστειλα τον άγιο της ιδρώτα.
Το βράδυ που την κοίταξα, τι μεγαλείο ήταν.....